Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Μια μέρα στην Πάντειο


(άλλως: να γιατί χρεοκοπούμε) / του Σωτήρη Μητραλέξη

Τὴν Τετάρτη 23 Ἰουνίου ἔπρεπε νὰ πάω στὴν Πάντειο (δὲν φοιτῶ στὴν Πάντειο) γιὰ τὴν ἑξῆς ἁπλῆ δουλειά: ἔπρεπε νὰ σφραγιστοῦν μὲ τὴ σφραγίδα τοῦ ἱδρύματος... καὶ νὰ μποῦν σὲ σφραγισμένο φάκελο δώδεκα ἔντυπα ὑπογεγραμμένα ἀπὸ ἕναν ὁμότιμο καθηγητὴ τοῦ Παντείου Πανεπιστημίου, ὅπως ὅριζαν οἱ προδιαγραφὲς αἴτησης ποὺ ἔπρεπε νὰ καταθέσω ἀλλοῦ, σὲ γερμανικὸ ἵδρυμα. Ποτὲ δὲν περίμενα τὴν ταλαιπωρία, τὸν καταβασανισμό, τὴν ἀπώλεια πολιτίμου χρόνου καὶ τὸν τριγμὸ τῶν ὀδόντων ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε.

Νόμιζα, ὁ μωρός, ὅτι μιὰ τέτοια τυπικὴ δουλειὰ θὰ τελείωνε τὸ πολὺ σὲ ἕνα τέταρτο τῆς ὥρας. Πηγαίνω λοιπὸν περιχαρὴς στὴν γραμματεία τοῦ τμήματος μὲ τὰ ὑπογεγραμμένα ἔντυπα καὶ τὰ δίνω στὴν ὑπάλληλο, ἡ ὁποία μὲ ἀποστομώνει, μὲ μιὰ ἐκπληκτικὴ ὅμως ἀπάθεια καὶ ἀδιαφορία γιὰ τὸ πρόβλημμα: «δὲν μπορῶ νὰ σφραγίσω ἔντυπα τοῦ ὁμότιμου καθηγητῆ, διότι ἔχει συνταξιοδοτηθεῖ».

Προσπάθησα νὰ τῆς ἐξηγήσω μὲ ἡρεμία καὶ γλυκύτητα ὅτι, σὲ ὅλα τὰ πανεπιστήμια τῆς ὑφηλίου, «ὁμότιμος» εἶναι ὁ καθηγητὴς ποὺ ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ καθηγητῆ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ διοικητικά, τὴ δυνατότητα δηλαδὴ νὰ ἐκλεγεῖ πρόεδρος τμήματος, πρύτανης κ.λπ. Ὡς γνωστὸν ἢ ἄγνωστον, «ὁμότιμος» εἶναι ἕνας τίτλος ποὺ δίδεται σὲ κάποιους μόνο ἀπὸ τοὺς καθηγητὲς ὅταν συνταξιοδοτοῦνται (κατ' οὐσίαν ἀκριβῶς γιὰ νὰ συνεχιστεῖ ἡ παρουσία τους στὰ τοῦ πανεπιστημίου), ὁ ὁποῖος δίδεται μὲ μεγάλη φειδὼ στὸ ἐξωτερικό.

Ἐπίσης ἤθελα νὰ τῆς ἐξηγήσω, ἂν καὶ δὲν τὸ ἔκανα διότι δὲν ἐξυπηρετοῦσε τὶς στρατηγικὲς στοχεύσεις μου, ὅτι ὁμότιμος- ξε-ὁμότιμος ἐδῶ εἶναι πανεπιστήμιο, δὲν εἶναι ψαράδικο ὄπου ὁ ὑπάλληλος συνταξιοδοτήθηκε καὶ μὴν τὸν εἴδατε, ἀλλὰ ἀποφάσισα νὰ μὴν περάσω στὶς ἀφηρημένες ἔννοιες.

«Κοιτάξτε, μπορεῖ νὰ εἶναι ὁμότιμος, ἀλλὰ ἔχει συνταξιοδοτηθεῖ καὶ δὲν τὸ σφραγίζω».

Ἐπιχείρησα νὰ ἐξηγήσω ὅτι εἶναι ὁμότιμος ΑΚΡΙΒΩΣ ἐπειδὴ ἔχει συνταξιοδοτηθεῖ, εἰδάλλως θὰ ἦταν ἀνθρωπίνως ἀδύνατο νὰ ἦταν ὁμότιμος, ἂν δὲν εἶχε συνταξιοδοτηθεῖ, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ τίτλος δίδεται (ὅταν δίδεται) στὴν συνταξιοδότηση! Κάπου ἐκεῖ ἄρχισε ἡ ὑπάλληλος νὰ ψιλιάζεται ὅτι δὲν θὰ μὲ ξεφορτωθεῖ τόσο εὔκολα (ἐνδεχομένως ὁ μέσος φοιτητὴς θὰ εἶχε παραδώσει ἤδη τὰ ὅπλα) καὶ ὅτι αὐτὸ θὰ μπροοῦσε νὰ συνεχιστεῖ ἐπ' ἀόριστον. Ὅμως ἡ σφράγιση τῶν ἐντύπων θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ «ἐργασία», ὁπότε πρέπει νὰ ἀποφευχθεῖ πάσῃ θυσίᾳ -εἶναι ζήτημα τιμῆς. Ἔλυσα τὸν γόρδιο δεσμὸ μὲ τὸ κλασσικὸ «μπορῶ νὰ μιλήσω μὲ τὴν προϊσταμένη;», ὁπότε ἡ ὑπάλληλος σήκωσε τὸ τηλέφωνο: «Ἔλα Σουλίτσα (σ.σ: δὲν θυμᾶμαι τὸ ὄνομα), καλά; Πάντα καλά. Τελικὰ τὸ φύλλο τὸ ἄνοιξες ἐχτές, μόνη σου; Πῶς τὰ καταφέρνεις, βρὲ θηρίο; Ἄ, εἶναι ἐδῶ ἕνας φοιτητὴς καὶ θέλει νὰ σφραγίσουμε τὰ χαρτιὰ τοῦ συνταξιοδοτημένου καθηγητῆ-»

-«Ὁμότιμου καθηγητῆ!», διορθώνω ἐγώ

-«Μὰ ναί, αὐτὸ τοῦ λέω, ἀφοῦ ἔχει συνταξιοδοτηθεῖ ὁ ἄνθρωπος!»

Ἔχετε δεῖ σὲ κάτι κόμιξ ποὺ ὁ ἥρωας βγάζει καπνοὺς ἀπὸ τὸ κεφάλι; Ἔτσι αἰσθανόμουν -καὶ γιὰ τοὺς καπνοὺς καὶ γιὰ τὸ ἥρωας. Πῆγα λοιπὸν στὴν προϊσταμένη, ὅπου τὰ εἴπαμε γιὰ ἕνα τέταρτο περίπου: ΑΚΡΙΒΩΣ ὅσα εἰπώθηκαν παραπάνω, μὲ τὴν ἑξῆς μόνο προσθήκη, ὅταν τῆς ἐξηγοῦσα ὅτι ὁ καθηγητὴς δὲν εἶναι συνταξιοῦχος ἀλλὰ ὁμότιμος: «Ναί, εἶναι ὁμότιμος, μπορεῖ νὰ ἀναλάβει διδακτορικὲς διατριβὲς κλπ, ἀλλὰ ὄχι νὰ τοῦ σφραγίζουμε καὶ τὰ ἔντυπα! (!)».

Δημιουργικὴ φαντασία. Ἀπὸ τὴν προϊσταμένη μετέβην στὴν διευθύντρια κάτι (ὅλα αὐτὰ γιὰ δυὸ σφραγίδες, ἔ!) -οὔτε ποὺ θυμᾶμαι τί διηύθυνε οὔτε καὶ μὲ ἐνδιαφέρει, το γραφεῖο πρωτοκόλλου;- μιὰ ἀκραιφνῶς σοβιετικὴ φιγούρα μὲ ἄγριο ὔφος καὶ μεγάλα βαθουλώματα στὸ πρόσωπο, ἡ ὁποία ἦρθε ἑννέα λεπτὰ μετὰ ἀπὸ μένα στὸ γραφεῖο της. Ἐκεῖ, πάλι ἀκριβῶς τὰ ἴδια. Ἄτεγκτη ἡ Διευθύντρια, μοῦ ἐξηγοῦσε αὐστηρὰ ὅτι αὐτὸ ποὺ ζητάω δὲν γίνεται, δὲν εἶναι ἐφικτὸ νὰ συμβεῖ. Τότε ἦταν ποὺ τῆς τὴν ἔφερα: «Ἀφοῦ εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα, μπορεῖτε νὰ μοῦ χορηγήσετε 12 (τόσες χρειαζόμουν) σφραγισμένες καὶ ὑπογεγραμμένες, σὲ σφραγισμένους ἀπὸ τὸ ἵδρυμα φακέλους, βεβαιώσεις ὅτι ὁ Τάδε εἶναι ὄντως ὁμότιμος καθηγητὴς τοῦ πανεπιστημίου σας, καὶ γι' αὐτό, λόγῳ συνταξιοδότησης, δὲν μπορεῖτε νὰ σφραγίσετε τὰ ἔντυπά του;»

Ἡ Διευθύντρια αἰφνιδιάστηκε, δὲν περίμενε νὰ βρῶ ἐναλλακτικὴ διέξοδο, ἀλλὰ ἐνδεχομένως λόγῳ προτέρας καλῆς διάθεσης ὑπέκυψε ἐμμέσως:

-«Βεβαίως, συμπληρῶστε μιὰ αἴτηση, θὰ πρωτοκολληθεῖ καὶ θὰ...»

-«Ξέρετε, χρειάζομαι τὶς βεβαιώσεις τάχιστα, διότι δὲν περίμενα ὅτι θὰ προέκυπτε αὐτὸ τὸ πρόβλημα»

-«Γράψτε τὴν ἐσεῖς, καὶ θὰ πρωτοκολληθεῖ ἀμέσως»

Μετὰ ἀπὸ ὑπόδειξη τῆς Διευθύντριας, ἡ αἴτηση ἀπευθυνόταν «στὸν κ. Πρύτανη» -ἀπ' ὅτι φαίνεται, κανεὶς πιὸ κάτω ἀπὸ τὸν Πρύτανη δὲν δικαιοῦται νὰ βεβαιώσει ὅτι ἕνας καθηγητὴς εἶναι καθηγητὴς (ἡ Γραμματεία;). Ἡ αἴτηση πρωτοκολλήθηκε (ἀρ. πρωτ. 2547/23-6-10), καὶ εἶχε τὸ ἑξῆς σουρεαλιστικὸ περιεχόμενο: Αἰτοῦμαι 12 [...] ἔντυπα μὲ τὸ ἑξῆς μήνυμα: «Ὁ [Τάδε] εἶναι Ὁμότιμος Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου μας. Δὲν μποροῦμε νὰ σφραγίσουμε [...] του, λόγῳ τοῦ γεγονότος ὅτι ἔχει συνταξιοδοτηθεῖ». Καὶ στὴν γερμανική: «[...] ist Professor Emeritus unserer Universität. Ein von ihm unterschriebenes [...] kann von uns nicht abgestempelt werden, da er emeritiert ist»., λόγῳ τῆς ἄρνησης τοῦ ἱδρύματος νὰ σφραγίσει [...].

Ὁ Ὑπαρκτὸς Σουρεαλισμός εἶναι ἐδῶ, καθ' ὅτι er ist Professor Emeritus, ὅμως es kann von uns nicht abgestempelt werden, da er emeritiert ist! Χωρὶς ὅμως αὐτὸ τὸ ὑποκατάστατο τῶν σφραγισμένων φακέλων δὲν θὰ μποροῦσα νὰ κάνω τὴ δουλειά μου, ὁπότε ἔστω.

Βρίσκομαι λοιπὸν μετὰ ἀπὸ δύο περίπου ὧρες μὲ αὐτὸ τὸ γελοῖο χαρτὶ (ἀρ. πρωτ. 2547/23-6-10) στὸ γραφεῖο τῆς ἰδιαιτέρας τοῦ Πρυτάνεως (ὅλα αὐτά, ὑπενθυμίζω, γιὰ δυὸ σφραγίδες!). Ἡ ὁποία, περιέργως, εἶναι εὐγενέστατη καὶ ἐξυπηρετικὴ -μὰ πῶς;- καὶ ἐπειδὴ εἶναι καὶ λογικὸς ἄνθρωπος (γιὰ πόσο ἀκόμα, ἐκεῖ μέσα;) δὲν προωθεῖ τὴν πραγματοποίηση αὐτῆς τῆς γελοιωδέστατης αἴτησης, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ ἄδεια τοῦ (ἐπίσης λογικοῦ ἀνθρώπου) Πρύτανη ἀρχίζει -ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος!- νὰ σφραγίζει -ναί, καλὰ διαβάσατε, νὰ σφραγίζει- τὰ ἔντυπα ποὺ χρειαζόμουν, καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ νὰ τὰ εἰσάγει καὶ σὲ σφραγισμένους φακέλους, ὅπως ἀκριβῶς χρειαζόμουν -κι ὅμως! Καθ' ὅλη τὴ διάρκεια αὐτοῦ τοῦ εὐλογημένου γεγονότος τὴν κοιτοῦσα μὲ ἀπεριόριστη εὐγνωμοσύνη, ἐνῶ φεύγοντας τὴν μακάριζα ἀπὸ μέσα μου ἀκαταπαύστως -βέβαια, ἂν ἡ δουλειὰ εἶχε γίνει ἀπὸ τὴν πρώτη ὑπάλληλο τῆς ἁρμοδίας γραμματείας δυὸ ὧρες πρίν, ὅλα αὐτὰ δὲν θὰ χρειάζονταν.

Τὸ γραφεῖο τῆς ἰδιαιτέρας τοῦ Πρυτάνεως ἦταν κάτι σὰν κῆπος τῆς Ἐδὲμ γιὰ μένα, ἀπ' ὅπου ἔπρεπε δυστυχῶς νὰ ξαναγυρίσω στὸν πεπτωκότα κόσμο τῆς λοιπῆς Παντείου. Ὄφειλα, σύμφωνα μὲ ὑπόδειξη τῆς Κοσμοσώτειρας Ἰδιαιτέρας, νὰ πάω στὸ γραφεῖο πρωτοκόλλου καὶ νὰ ἀποσύρω τὴν γελοιωδέστατη αἴτηση, γιὰ νὰ εἴμαστε ἐν τάξει μὲ τὰ γραφειοκρατικά.

Στὸ γραφεῖο πρωτοκόλλου -«πάλι ἐσεῖς;»- ὁ ὑπάλληλος ἐξίστατο καὶ ἵστατο, κραυγάζων τοιαύτα: «οἱ αἰτήσεις δὲν ἀποσύρονται! οἱ αἰτήσεις δὲν ἀποσύρονται! τί θέλετε δηλαδή, νὰ τραβήξω μιὰ γραμμὴ στὸ βιβλίο πρωτοκόλλου; Εἴσαστε καλά;». Ὁπότε ἀπάντησα μὲ ὅλη μου τὴν εἰλικρίνεια, τὸν κοίταξα μ’ ὅλο τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι ποὺ ἔχω καὶ τοῦ εἶπα: «Κοιτάξτε, ἐγὼ τὴν δουλειά μου τὴν ἔκανα, τώρα ἔρχομαι σὲ σᾶς μόνο γιὰ τὴν Πάντειο, γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη λειτουργία τῆς παντειακῆς γραφειοκρατίας» (ἐδῶ, ἕνα δόλιχο ὑπομειδίαμα). Μόλις ὁ ὑπάλληλος κατάλαβε ὅτι πλέον πραγματικὰ χέστηκα, ἄρα ὁ σαδισμός του δὲν ἔχει ἀντίκρυσμα, μετὰ ἀπὸ τὸ ἀπαραίτητο (!) τηλεφώνημα στοὺς ἀνωτέρους του μοῦ ὑπέδειξε νὰ συμπληρώσω μιὰν αἴτηση πρὸς πρωτοκόλληση ἡ ὁποία θὰ ἀκύρωνε τὸ αἴτημα τῆς αἴτησης μὲ ἀρ. πρωτ. 2547/23-6-10. Δέχθηκα ἀσμένως νὰ συμπληρώσω μιὰ τέτοια αἴτηση, καὶ ζήτησα μιὰ κόλλα χαρτί. Τὸ θράσος τοῦ αἰτήματός μου τὸν σόκαρε, βγῆκε ἐκτὸς ἑαυτοῦ. «Ἐδῶ εἶναι γραφεῖο πρωτοκόλλου κύριε, δὲν εἶναι γραφεῖο ἐξυπηρέτησης φοιτητῶν!»

Πῆγα νὰ ἀπαντήσω «τὸ ἔχω διαπιστώσει αὐτὸ μὲ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν φοιτητῶν», ἀλλὰ κρατήθηκα, δαγκώθηκα καὶ ἁπλῶς ρώτησα μιὰν ἄλλη ὑπάλληλο, ἡ ὁποία μοῦ ἔδωσε μιὰ λευκὴ κόλλα χαρτί. Ὅπου ἔγραψα: «Ἐπιθυμῶ νὰ ἀποσύρω τὰ αἰτούμενα μὲ ἀρ. πρωτ. 2547/23-6-10 λόγῳ λύσης τῶν προβλημάτων ποὺ προέκυψαν ἐξ αἰτίας τῆς ἄρνησης ἢ/καὶ ἀνικανότητας τῆς προϊσταμένης καὶ τῆς ὑπαλλήλου τῆς γραμματείας τοῦ τμήματος [τάδε] νὰ φέρουν εἰς πέρας τὶς ἁρμοδιότητές τους». Ὁ ὑπάλληλος τὸ διάβασε, ψιθύρισε ἀπαθὴς «ἄααα, τώρα μάλιστα!» καὶ εὐχαριστημένος τοῦ ἔδωσε τὸν ἀρ. πρωτ. 2552/23-6-10.

Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά, μετὰ ἀπὸ δυόμιση περίπου ὧρες (ἀντὶ ἑνὸς τετάρτου) ἀπ' τὴ ζωή μου, πῆγα κραδαίνοντας τοὺς σφραγισμένους φακέλους στὴν προϊσταμένη τῆς γραμματείας τοῦ ἁρμοδίου τμήματος καί, περιμένοντας τὸ ἀπαραίτητο τέταρτο μέχρι νὰ μπῶ στὸ γραφεῖο της, τῆς εἶπα τὰ ἑξῆς, ἥρεμα καὶ χθαμαλῇ τῇ φωνῇ: «Αὐτὸ ποὺ μὲ διαβεβαιώσατε ὑπευθύνως πρὶν ἀπὸ δύο ὧρες ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατο νὰ γίνει μόλις ἔγινε. Ἔπρεπε νὰ φτάσει μέχρι τὸν Πρύτανη γιὰ νὰ γίνει. Θὰ ἤθελα νὰ μοῦ πεῖτε: ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΤΟ ΚΑΝΕΤΕ ΑΥΤΟ; ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΕΤΕ; Καὶ τέλος, θὰ ἤθελα νὰ μάθω ἂν ντέπεστε, ἕστω κατ' ἐλάχιστον».

Μὲ διαβεβαίωσε, ἀπαθής, ὅτι δὲν ντρέπεται καθόλου. Καὶ ἀποχώρησα.

Μετὰ πῆγα στὸ σπίτι μου, καὶ ἐξαντλημένος ἔπεσα σὲ ὕπνο βαθὺ γιὰ κάνα δίωρο.

Ἂν θὰ ἤθελα νὰ δῶ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Γραμματείας μαστιγωνόμενους στὸ Σύνταγμα ἀπὸ τοὺς φοιτητὲς τοῦ Τμήματος; Φυσικὰ καὶ ὄχι, κάτι τέτοιο θὰ ἦταν πέρα ἀπὸ κάθε δημοκρατικὴ λογικὴ καὶ πρακτική. Ὅμως, ἂν συνέβαινε, λόγῳ τοῦ φόρτου ἐργασίας τῆς ἐξεταστικῆς μᾶλλον δὲν θὰ προλάβαινα νὰ διαμαρτυρηθῶ, δημοσίως. Παρ' ὅλα ταῦτα, πιστεύω ὅτι τὸ ἐρώτημα θὰ ἄξιζε μιὰ δημοσκόπηση στὴν Πάντειο.

Ὅσοι ἀπὸ τοὺς ἀναγνῶστες αὐτοῦ τοῦ κειμένου εἶστε «τῆς Ἐκκλησίας», πεῖτε στὶς προσευχές σας καὶ μιὰ καλὴ κουβέντα γιὰ τοὺς φοιτητὲς τῆς Παντείου. Νομίζω τὸ χρειάζονται.

Καλή σας μέρα -στὴν Πάντειο.

ΠΗΓΗ: http://www.ppol.gr/cm/index.php?Datain=6151&cata_id=8&catb_id=9&LID=1

Share on Facebook